Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Δρόγες για την αντιμετώπιση της ημικρανίας

TΑΝΑCETUM PARTHENIUM
Βοτανική ονομασία: Tanacetum parthenium.
Κοινή ελληνική ονομασία: Χρυσάνθεμο.
Αγγλική ονομασία: Feverfew.
Συνώνυμα: Chrysanthemum parthenium.
Οικογένεια: Asteraceae.
Συστατικά: τερπενοειδή, αιθέρια έλαια, φλαβονοειδή και ταννίνες.
Ιδιότητες:

Παραδοσιακά χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της ημικρανίας, σε εμβοές, ζάλη, αρθρίτιδα, πυρετό, διαταραχές του έμμηνου κύκλου, σε στομαχόπονο, πονόδοντο και σε τσιμπήματα εντόμων.

Σήμερα, η χρήση του εστιάζεται στη δράση του για την πρόληψη και θεραπεία της ημικρανίας (μελέτες σε εξέλιξη).

Δοσολογία:

Η δόση που προτείνεται για την πρόληψη της ημικρανίας είναι η ακόλουθη:

Φύλλα (νωπά): 2,5 φύλλα την ημέρα με τροφή ή μετά το φαγητό.
Φύλλα (αποξηραμένα): 50mg την ημέρα με τροφή ή μετά το φαγητό.
Υπέργεια τμήματα (αποξηραμένα): 50-200mg ημερησίως (ισοδύναμα με 0,2-0,6mg παρθενολίδης).

Αντενδείξεις:
• Αντενδείκνυται σε άτομα με γνωστή υπερευαισθησία στη δρόγη.
• Δε χορηγείται σε εγκύους, θηλάζουσες και παιδιά.

Ανεπιθύμητες ενέργειες
• Στοματικά έλκη από τη μάσηση των φύλλων.
• Ναυτία, έμετος, ανορεξία.
• Δερματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
• Πόνος στους μυς και στις αρθρώσεις.

Επισήμανση
» Πρόσφατα το φυτό χρησιμοποιήθηκε από την Aveèno για την καταπράυνση του ερυθρού και ερεθισμένου δέρματος.
» Η δρόγη αξιοποιείται από την GelStat Corporation σαν μη συνταγογραφούμενο σκεύασμα στην αντιμετώπιση της ημικρανίας και χορηγείται σε υπογλώσσια μορφή σε μείγμα με τζίντζερ.
PETASITES HYBRIDUS L. GAERTN.
Βοτανική ονομασία: Petasites hybridus (L.) Gaertn.
Αγγλική ονομασία: Βutterbur.
Συνώνυμα: Petasites officinalis Moench.
Οικογένεια: Asteraceae.
Συστατικά: Αλκαλοειδή, σεσκιτερπένια (πετασίνη).
Ιδιότητες:

Οι ιθαγενείς της Αμερικής το χρησιμοποιούσαν σαν φάρμακο σε πονοκέφαλους και φλεγμονές. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα εκχυλίσματα πετασίνης και/ή ισοπετασίνης (ουσίες που περιέχονται σε υψηλές περιεκτικότητες στη ρίζα μερικών ποικιλιών του φυτού) είναι αποτελεσματικά στην πρόληψη της ημικρανίας αλλά και στην ανακούφιση από τα συμπτώματά της. Η καλύτερη λοιπόν –αποδεδειγμένα– δράση εκχυλίσματος του φυτού είναι στη θεραπεία της ημικρανίας.
Επιπλέον, το φυτό χορηγείται για την αντιμετώπιση αναπνευστικών προβλημάτων (άσθμα, κοκκύτης), ως διουρητικό, στην αρθρίτιδα και στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

Έρευνες γίνονται για την εφαρμογή του στη θεραπεία του πονοκεφάλου και της ημικρανίας, αλλά και των σπασμών των ουροφόρων οδών, ενώ σε ελβετική μελέτη αναφέρεται η δράση του εκχυλίσματος στην αντιμετώπιση του «πυρετού εκ χόρτου» (hay fever), χωρίς να προκαλεί την ανεπιθύμητη ηρεμιστική δράση του αντιισταμινικού σετιριζίνη.

Αντενδείξεις:
• Αντενδείκνυται σε άτομα με γνωστή υπερευαισθησία στη δρόγη.
• Δε χορηγείται σε εγκύους, θηλάζουσες και παιδιά.
• Απαγορεύεται η χρήση του από άτομα με μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα, καθώς μπορεί να επιδεινωθούν τα συμπτώματα.
• Τα πυρρολιζιδινικά αλκαλοειδή της δρόγης μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή μη αναστρέψιμη βλάβη στο ήπαρ.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:
• Ναυτία, έμετος, ανορεξία, πόνος στο υπογάστριο, χρωματική αλλαγή κοπράνων, ηπατοτοξικότητα.
• Δερματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αλλαγή χρώματος δέρματος.
• Δύσπνοια.
• Καρκινογένεση εξαιτίας των υψηλών επιπέδων των αλκαλοειδών.
ROSMARINUS OFFICINALIS L
Βοτανική ονομασία: Rosmarinus officinalis L.
Κοινή ελληνική ονομασία: Φύλλα Λιβανώτιδος, Δενδρολίβανος.
Οικογένεια: Lamiaceae (Labiatae).
Συστατικά: Φλαβονοειδή (διοσμετίνη, διοσμίνη κ.ά.), φαινόλες (καφεϊκό, χλωρογενικό κ.ά.), αιθέριο έλαιο με κύρια συστατικά τερπενικούς υδρογονάνθρακες, π.χ. α- και β-πινένιο, καμφένιο, καμφορά κ.ά.
Ιδιότητες:

Σπασμολυτικές, κατευναστικές, αντιφλεγμονώδεις, αντι-ηπατοτοξικές, αντιοξειδωτικές, διουρητικές και αντιμικροβιακές. Τοπικά έχει επίσης ήπιες αναλγητικές και παρασιτοκτόνες ιδιότητες.

Από την παραδοσιακή ιατρική χρησιμοποιείται ως χολαγωγό και άφυσο (ανακουφίζει από το μετεωρισμό), κατά της δυσπεψίας, αλλά και του πονοκεφάλου και της ημικρανίας. Τοπικά εφαρμόζεται σε μυαλγία, ισχιαλγία ή νευραλγία.
Αντενδείξεις:

• Σκευάσματα τοπικής εφαρμογής πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή από άτομα με γνωστή υπερευαισθησία σε κάποια από τα συστατικά τους.

• Η περιεκτικότητα του ελαίου σε καμφορά είναι 20-50% και λαμβανόμενο από το στόμα σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να προκαλέσει επιληπτικούς σπασμούς.

• Το φυτό αναφέρεται ως εκτρωτικό και εμμηναγωγό, γι’ αυτό δεν πρέπει να καταναλώνεται από εγκύους, αφού μπορεί να προκαλέσει –λόγω του αιθέριου ελαίου του– και τοξικά προβλήματα.

• Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από επιληπτικούς ασθενείς σε μεγάλες ποσότητες.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:
Το έλαιο του δενδρολίβανου μπορεί να προκαλέσει ερύθημα ή δερματίτιδα όταν εφαρμόζεται σε ευαίσθητη επιδερμίδα. Έχει αναφερθεί και περίπτωση φωτοευαισθησίας.

Δοσολογία:

Υγρό εκχύλισμα: 2-4ml (1:1 σε 45% αλκοόλη)
3 φορές την ημέρα.

Σε αψέφημα: 2-4g αποξηραμένων φύλλων
3 φορές την ημέρα.

Εξωτερική χρήση: 50g δρόγης για ένα λουτρό ή υγρά παρασκευάσματα περιεκτικότητας 6-10% σε αιθέριο έλαιο.
http://www.farmakeutikoskosmos.gr




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου